Εορτή Τριών Ιεραρχών ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἱεραρχῶν (Ἑβρ. ιγ΄ 7-16), ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ἱεραρχῶν (Μτθ. ε΄ 1-19)

33333333Οἱ Τρεῖς Μεγάλοι Φωστῆρες τῆς Ἐκκλησίας

Κατὰ τὴ σημερινὴ Κυριακὴ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία φέρνει ἐνώπιόν μας «τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου Θεότητος», ὅπως τοὺς ὀνομάζει τὸ Ἀπολυτίκιό τους: τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν Χρυσόστομο ἅγιο Ἰωάννη· τοὺς τρεῖς μεγάλους αὐτοὺς θεοφόρους Πατέρες, ποὺ ὕμνησαν μὲ τὴν ἁγία ζωή τους τὴν «Τρισήλιον Θεότητα» καὶ τὴν προβάλλουν αἰῶνες τώρα στοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς φωτισμένους λόγους τους.

Πιστοὶ στὴ μόνη ἀλήθεια

Στοὺς μεγάλους αὐτοὺς Πατέρες εἶναι ἀφιερωμένο καὶ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή. Ὁ θεῖος Ἀπόστολος προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ θυμοῦνται καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὸ ἅγιο παράδειγμα τῶν πνευματικῶν ὁδηγῶν καὶ διδασκάλων τους καὶ νὰ μιμοῦνται τὴν πίστη τους. «Ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ποὺ ἐνίσχυσε ἐκείνους στὴν πίστη, Αὐτὸς θὰ ἐνισχύσει κι ἐσᾶς», ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος, «διότι ὁ Χριστὸς ἦταν χθές, εἶναι καὶ σήμε­ρα ὁ ἴδιος, καὶ θὰ εἶναι ὁ ἴδιος καὶ στοὺς αἰῶνες».

«Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε», συνεχίζει. Μὴν παρασύρεσθε, δηλαδή, ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπὸ διδασκαλίες περίεργες καὶ ξένες πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Μὴν ἐπηρεάζεσθε ἀπὸ τὶς συνήθειες ποὺ ἔχουν κάποιοι πλανεμένοι Χριστιανοί· ἀλλὰ νὰ στηρίζεσθε καὶ νὰ στερεώνετε τὶς καρδιές σας στὴ Χάρι τοῦ Χριστοῦ.

Τὸν τελευταῖο αὐτὸ λόγο τοῦ θεόπνευστου Ἀποστόλου ἐφάρμοσαν καὶ οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἔμειναν δηλαδὴ ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὶς ξένες διδασκαλίες, τὶς αἱρετικὲς πλάνες, τὶς ποικίλες ἀντιλήψεις καὶ τὰ φιλοσοφικὰ ρεύματα ποὺ κυκλοφοροῦσαν στὴν ἐποχή τους καὶ εἵλκυαν τὸν θαυμασμὸ τῶν ἀνθρώπων. Πολέμησαν τὶς αἱρέσεις, ἀντιτάχθηκαν στὶς διάφορες ἀντίθεες θεωρίες, στὴν ἐκκοσμίκευση καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ θυσίασαν τὴν ἐπαγγελματικὴ ἀνέλιξή τους, προκειμένου νὰ ἀφοσιωθοῦν στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, στὴ μόνη σώζουσα ἀλήθεια.

Ἀλλὰ καὶ σήμερα, στὴν ἐποχὴ τοῦ διαδικτύου καὶ τῆς πληροφορίας, μᾶς κατακλύζουν καθημερινὰ ποικίλες ἰδέες καὶ ἀντιλήψεις, ποὺ θεωροῦνται μάλιστα προοδευτικές, ἐνῶ εἶναι ξένες πρὸς τὸν αἰώνιο καὶ δια­χρονικὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἂς μὴ συμβιβαζόμαστε μὲ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ κόσμου καὶ τὶς ἀντίθεες ὑλιστικὲς θεωρίες τῆς ἐποχῆς μας. Ἂς μένουμε σταθεροὶ στὴν πίστη τῶν Πατέρων μας, στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, στὴν «Τρισήλιον Θεότητα», ποὺ δόξασαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τοὺς λόγους τους οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες.

Ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη τους

Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, λέει στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος, ἔχουμε τράπεζα καὶ θυσιαστήριο, στὸ ὁποῖο γινόμαστε μέτοχοι τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν εἶχαν δικαίωμα νὰ φᾶνε οὔτε οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ποὺ λάτρευαν τὸν Θεὸ στὴ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου. Ἄλλωστε ἐκεῖνοι δὲν ἔτρωγαν οὔτε ἀπὸ τὴ δική τους θυσία, κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἐξιλασμοῦ, ἡ ὁποία προτύπωνε τὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ, ἀφοῦ τὰ σώματα τῶν θυσιαζόμενων ζώων τὰ ἔκαιγαν ἔξω ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τοῦ Ἰσραήλ. Γι᾿ αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸν τύπο τῶν θυσιῶν αὐτῶν, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, προκειμένου νὰ ἁγιάσει μὲ τὸ Αἷμα του τὸν λαὸ τοῦ νέου Ἰσραήλ, ὑπέστη τὰ φρικτὰ Πάθη καὶ θανατώθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἂς βγοῦμε κι ἐμεῖς, ἂς πᾶμε κοντά Του. Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε δηλαδὴ ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας κι ἂς πάρουμε ἐπάνω μας τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Χριστοῦ, ἕτοιμοι νὰ περιφρονηθοῦμε γιὰ Ἐκεῖνον, ὅπως ἀτιμάσθηκε καὶ περιφρονήθηκε Ἐκεῖνος γιὰ ἐμᾶς. Ἄλλωστε οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἔχουμε μόνιμη πατρίδα στὸν φθαρτὸ αὐτὸ κόσμο. Ἀλλὰ εἴμαστε αἰώνιοι καὶ ἔχουμε ἄφθαρτη Πατρίδα στὸν οὐρανό. Ἂς προσφέρουμε λοιπὸν θυσία αἰνέσεως καὶ δοξολογίας στὸν Θεό· ὄχι θυσία ζώων καὶ αἱμάτων, ἀλλὰ θυσία ποὺ θὰ ξεχειλίζει ἀπὸ μέσα μας ὡς καρπὸς θερμῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἡ περικοπὴ κλείνει μὲ μιὰ θερμὴ σύσταση τοῦ Ἀποστόλου πρὸς τοὺς πιστούς: «Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός». Δηλαδή, μὴν ξεχνᾶτε, μὴν ἀμελεῖτε νὰ κάνετε καλὰ ἔργα καὶ νὰ μοιράζεσθε μὲ τοὺς ἄλλους τὰ ἀγαθά σας, διότι μὲ τέτοιες θυσίες εὐαρεστεῖται καὶ σὲ αὐτὲς ἀναπαύεται ὁ Θεὸς καὶ ὄχι στὶς θυσίες ἀλόγων ζώων.

Αὐτὴ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη ἐφάρμοσαν στὴ ζωή τους οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες. Διέθεσαν τὶς περιουσίες τους στοὺς φτωχούς. Ὁ Μέγας Βασίλειος μάλιστα ἵδρυσε τὴ «Βασιλειάδα» γιὰ νὰ στηρίζει τοὺς ἐνδεεῖς καὶ νὰ ἀνακουφίζει τὸν ἀνθρώπινο πόνο. Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος τονίζει: «Οὐδὲν οὕτως, ὡς τὸ εὖ ποιεῖν, ἄνθρωπος ἔχει τοῦ Θεοῦ» (ΕΠΕ 5, 292). Δηλαδή, καμιὰ ἄλλη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει σὲ τέτοιο βαθμὸ ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸ νὰ εὐεργετεῖ. Ἐνῶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ἔδινε καθημερινὰ τροφὴ σὲ ἑπτὰ χιλιάδες ἀπόρους!

Τὸ παράδειγμα τῶν τριῶν αὐτῶν μεγάλων διδασκάλων καὶ ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ἂς μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς προσφέροντας ἀφειδῶς τὴν ἀγάπη μας στοὺς ἀναγκεμένους ἀδελφούς μας. Ἔτσι εὐχαριστεῖται ὁ Κύριος· ἔτσι ἀναπαύεται. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁμοιάζει καὶ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν οἰκτίρμονα καὶ πολυεύσπλαχνο Θεό.

«Ο ΣΩΤΗΡ»